αυτόδικος

αυτόδικος
ος , ον действующий самосудом, совершающий самосуд; самоуправный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "αυτόδικος" в других словарях:

  • Αὐτόδικος — with independent jurisdiction masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόδικος — with independent jurisdiction masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτόδικος — η, ο (Α αὐτόδικος, ον) νεοελλ. αυτός που διαπράττει αυτοδικία αρχ. (για πόλεις ή περιοχές) εκείνος που έχει δικό του δίκαιο, δικιά του νομοθεσία …   Dictionary of Greek

  • αὐτόδικον — αὐτόδικος with independent jurisdiction masc/fem acc sg αὐτόδικος with independent jurisdiction neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὐτοδίκου — Αὐτόδικος with independent jurisdiction masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοδίκου — αὐτόδικος with independent jurisdiction masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὐτοδίκους — Αὐτόδικος with independent jurisdiction masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοδίκους — αὐτόδικος with independent jurisdiction masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὐτοδίκῳ — Αὐτόδικος with independent jurisdiction masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοδίκῳ — αὐτόδικος with independent jurisdiction masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὐτόδικοι — Αὐτόδικος with independent jurisdiction masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»